Σ΄ ένα κόσμο χωρίς μαγεία, χωρίς πίστη, χωρίς ελπίδα, χωρίς θεό και μοναδική αλήθεια, σε ένα κόσμο χαώδη και κατακερματισμένο, πώς μπορεί η ιστορία να είναι ή να φαντάζει επική; Ούτε και να καμώνεται μπορεί. Στη νεότητά της η ιστορία υπήρξε επική. Τώρα όμως στην ωριμότητά της δεν μπορεί παρά να είναι ειρωνική, σαρκαστική, σχετικιστική, τραγική. Ίσως οι επικοί τρόποι να ξανακάνουν την εμφάνισή τους στη σκηνή της ιστοριογραφίας όταν φουσκώσουν και πάλι τα πανιά των οραματισμών και το ποτάμι της δικαιοσύνης κυλήσει ορμητικό, όταν οι άνθρωποι πιστέψουν στις δυνάμεις τους και εκφράσουν τη συλλογική σκέψη και δημιουργικότητά τους, όταν κατορθώσουν να λυτρωθούν από το άγος και το άχθος του παρελθόντος, όταν η ουτοπία αρχίσει να θαμποχαράζει.



«Η ιστορία μπορεί να μας βοηθήσει. Μπορεί, επίσης, να είναι πολύ επικίνδυνη. Είναι περισσότερο σώφρον να αντιμετωπίζουμε την ιστορία όχι ως σωρό νεκρών φύλλων ή συλλογή σκονισμένων έργων τέχνης, αλλά ως μικρή λίμνη, μερικές φορές ευεργετική, συχνά θειούχο, που, χωμένη κάτω από το παρόν, διαμορφώνει σιωπηλά τους θεσμούς μας, τον τρόπο που σκεπτόμαστε, το τι μας αρέσει και τι δεν μας αρέσει. Απευθυνόμαστε σε αυτήν [....] για επιβεβαίωση, για να πάρουμε μαθήματα και πληροφορίες. Η επιβεβαίωση, είτε πρόκειται για προσδιορισμό της ταυτότητας ομάδων, για αιτήματα ή για δικαίωση, σχεδόν πάντοτε προκύπτει από τη χρήση του παρελθόντος. [...] Το παρελθόν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σχεδόν για όλα τα πράγματα που θέλουμε να κάνουμε στο παρόν. Κάνουμε κακή χρήση του όταν δημιουργούμε ψέματα για το παρελθόν ή γράφουμε την ιστορία με τρόπο που να παρουσιάζεται μόνο η δική μας άποψη».

Margaret Macmillan, Χρήση και κατάχρηση της ιστορίας, μετάφραση Μίνα Καρδαμίτσα – Ψυχογιού, Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2012, 11 [πρώτη έκδοση στην αγγλική γλώσσα 2009]


«Σ’ έναν κόσμο γεμάτο αβεβαιότητες η ιστοριογραφία μπορεί να κινηθεί προς απρόβλεπτες κατευθύνσεις». Georg Iggers.

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Πραγματοποιούνταν βασανιστήρια στη Μακρόνησο;


Του Γαβρίλη Λαμπάτου




Ακούσαμε από τον πολυπράγμονα Χρήστο Σαρτζετάκη τον εξωφρενικό ισχυρισμό, ότι στη Μακρόνησο δεν πραγματοποιούνταν βασανιστήρια σε βάρος των στρατευμένων.

Δε θα μιλήσω ως ιστορικός. Θα αναφερθώ στις εμπειρίες του ολιγογράμματου πατέρα μου που θεωρώ χρέος μου να καταγράψω.

Το περιστατικό μου το επιβεβαίωσαν παλιοί του σύντροφοι όταν ήρθαν να τον αποχαιρετήσουν για το τελευταίο του ταξίδι.

Στο Κέντρο Νεοσυλλέκτων στην Καλαμάτα πραγματοποιούνταν συστηματικά βασανιστήρια σε βάρος των στρατιωτών που προορίζονταν για τη Μακρόνησο. Από μια αποστολή δεκάδων στρατιωτών που μετακινήθηκαν στο Λαύριο για να μεταφερθούν στο νησί ο πατέρας μου ήταν ο μοναδικός που δεν είχε βασανιστεί. Στο καΐκι οι βασανισμένοι στρατιώτες αναλογίζονταν την υποδοχή που θα συναντούσαν, όταν θα έφθαναν. Μόλις έφθασαν στην προκυμαία τους περίμεναν δεκάδες Αλφαμίτες που κρατούσαν γλομπ από μπαμπού.

Ο πατέρας μου τόλμησε να βγει πρώτος από το καΐκι. Η αλληλεγγύη προς τους βασανισμένους συναδέλφους δεν του επέτρεπε άλλη επιλογή. Αυτό που θυμόταν αργότερα ήταν τα ουρλιαχτά και ο ανελέητος ξυλοδαρμός. Κάποια από τα μπαμπού έσπασαν πάνω στο σώμα του. Έκανε ημέρες για να συνέλθει. Η εμπειρία της Μακρονήσου τον σημάδεψε.

Στα αντίσκηνα του πόνου υπήρξε μια μοναδική πολιτική όσμωση. Γνώρισε μορφωμένους νέους και οι συζητήσεις μαζί τους αναμφίβολα διεύρυναν τους πνευματικούς του ορίζοντες.

Η Μακρόνησος ήταν το Πανεπιστήμιό του. Του δίδαξε πολλά. Πάνω απ’ όλα να αντιμετωπίζει με καρτερία τις δοκιμασίες και να θέτει στόχους που είναι επιβεβλημένο να υλοποιηθούν.





Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Λόγος που εκφώνησε ο καθηγητής Γιώργος Κόκκινος κατά την τελετή αναγόρευσης του ιστορικού Γιάννη Γιαννόπουλου σε επίτιμο διδάκτορα του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου




Ρόδος 13 Δεκεμβρίου 2016


Ο Γιάννης Γιαννόπουλος είναι γνωστός και έγκριτος ιστορικός ο οποίος υπηρέτησε με ζήλο την ιστορική επιστήμη και γενικότερα την ιστορική παιδεία και μάθηση από μάχιμες θέσεις, αλλά και από θέσεις ευθύνης κατά κύριο λόγο στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση: υπηρέτησε κατά σειρά ως φιλόλογος στην Ιωνίδειο Πρότυπο Σχολή Πειραιά, ως γυμνασιάρχης, λυκειάρχης, διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Αθήνας και ως Γενικός Επιθεωρητής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, τερματίζοντας τη γόνιμη σταδιοδρομία του ως σχολικός σύμβουλος φιλολόγων. 

Έχει, παράλληλα, να επιδείξει μακρά και ευδόκιμη θητεία σε ερευνητικά ιδρύματα της χώρας και του εξωτερικού [Instituto Universitario Orientale di Napoli (1970-1972), Ελληνικό Ινστιτούτο Βενετίας (1972), Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών] με χαρακτηριστικότερη περίπτωση τη διδασκαλία του στο Φροντιστήριο Ιστορικών Επιστημών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών από το 1981 έως το 2004.
           

 Η θητεία του στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση μπορεί να υπήρξε βραχεία, αλλά τα αποτελέσματά της ήταν εξίσου ωφέλιμα με αυτά της θητείας του στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Αξίζει να αναφερθεί η διδασκαλία του αρχικά στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας κατά το χρονικό διάστημα 1998-1999 και στη συνέχεια στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο κατά τη διετία 1999-2000, η οποία μάλιστα συνοδεύτηκε και από έντονη συγγραφική δραστηριότητα για την παραγωγή συναφούς εκπαιδευτικού υλικού.
          

 Ο Γιάννης Γιαννόπουλος έχει συγγράψει σημαντικές μελέτες στα γνωστικά πεδία της οθωμανικής ιστορίας, της ιστορίας της βενετικής κυριαρχίας στην Κρήτη και στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου πελάγους, με αιχμή τις διεργασίες εθνικής αυτοσυνειδησίας των Ελλήνων και την Επανάσταση του 1821. Επίσης έχει συγγράψει αξιόλογες μονογραφίες για την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και για την τρικουπική περίοδο. Στα προαναφερθέντα πεδία συγκαταλέγεται, κατά τη γνώμη μου, στην ευάριθμη ομάδα των σκαπανέων, κυρίως σε σχέση με την κριτική προσπέλαση των πηγών –πρωτογενών και δευτερογενών- και με τον πολύπτυχο προβληματισμό που ανέπτυξε. Η αξιολογική μας κρίση πιστοποιείται τόσο από τη διδακτορική διατριβή και τη διατριβή επί υφηγεσία που εκπόνησε στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, όταν ακόμα τα γνωστικά αυτά αντικείμενα δεν είχαν ούτε υψηλή ταξινόμηση ούτε ισχυρή περιχάραξη, όσο και από τις δημοσιεύσεις που ακολούθησαν στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους και στην Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, την οποία, ως γνωστόν, επιμελήθηκε ένας από τους σημαντικότερους έλληνες ιστορικούς, ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος. Η αξιολογική μας κρίση μπορεί να υποστηριχθεί επίσης από το πλήθος των σχετικών συμβολών του Γιάννη Γιαννόπουλου (εντοπισμός και ανάδειξη ανέκδοτων αρχειακών τεκμηρίων, άρθρα, βιβλιοκρισίες, μονογραφίες) σε επιστημονικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους από το 1968 μέχρι σήμερα. Αποκορύφωμα της δραστηριότητας του Γιάννη Γιαννόπουλου στα προαναφερθέντα ερευνητικά πεδία θεωρούνται η μονογραφία του Αλέξανδρος και Δημήτριος Υψηλάντης (2010), καθώς και το opus magnum του, που έχει τον τίτλο Τσιταντίνοι, οι snob της βενετικής περιφέρειας. Δοκίμιο εννοιολογικής και κοινωνικής ιστορίας (2011, 648 σελίδες). 

Πρόκειται για έργο περισσής επιστημονικής εμβρίθειας και γενναίου κριτικού στοχασμού, οι επιστημολογικές συντεταγμένες του οποίου τοποθετούνται στη διατομή ή στη σύζευξη, αν προτιμάτε, των πεδίων της κοινωνικής ιστορίας και της ιστορίας των εννοιών, κατά τον τρόπο που μας υπέδειξε ο Ράϊνχαρντ Κοζέλεκ. Έργο που έρχεται να αμφισβητήσει εδραιωμένες συμβάσεις της συναφούς βιβλιογραφίας και να διευρύνει τον ορίζοντα θέασης του ιστορικού παρελθόντος συμβάλλοντας στην αναβάθμιση των σπουδών για τη βενετική κυριαρχία στην Κρήτη και τα Ιόνια νησιά και φέρνοντας στη συζήτηση καινοτόμες, συχνά αναιρετικές, αλλά και οπωσδήποτε πολυδιάστατες και γόνιμες προσεγγίσεις. Οι προσεγγίσεις αυτές θα ήταν ανέφικτες χωρίς τη συνολική εποπτεία του πεδίου της πρώιμης νεότερης και της νεότερης ευρωπαϊκής ιστορίας και χωρίς τη συγκριτική και ταυτόχρονα ευρυγώνια οπτική του συγγραφέα.    
             

Ο Γιάννης Γιαννόπουλος υπήρξε στρατιώτης της ιδέας της ολικής/δομικής ιστορίας. Γοητεύτηκε από το παράδειγμα του Φερνάν Μπρωντέλ. Είδε την ανασύνθεση του ιστορικού παρελθόντος μέσω της εξηγητικής μεταφοράς των ομόκεντρων κύκλων που συνδέουν το τοπικό και το εθνικό με το βαλκανικό, το μεσογειακό και το παγκόσμιο, αλλά και μέσω της αλληλοδιαπλοκής των τριών χρονικοτήτων (μακρά, μέση, βραχεία) και της συνύπαρξης χρονικά ασύμβατων φαινομένων σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό, τόσο στο επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων όσο και στο πολιτισμικό επίπεδο. Παρέμεινε πιστός στις επάλξεις του νεωτερικού ολιστικού παραδείγματος, μολονότι ποτέ δεν σταμάτησε να ενημερώνεται για τις επιστημολογικές και ιστοριογραφικές εξελίξεις στο διεθνές ακαδημαϊκό περιβάλλον. Σε κάθε περίπτωση, είτε αναπροσάρμοζε τα θεωρητικά του εργαλεία και αναδιέτασσε την ερευνητική του στρατηγική είτε επιχειρούσε να ανασκευάσει εκδοχές του μεταμοντέρνου παραδείγματος, οι οποίες, όπως έκρινε, έθεταν σε κίνδυνο το οικοδόμημα του επιστημονικού ιστορικού λόγου. Παράλληλα, την πολεμική του εναντίον του στείρου θετικισμού και της γεγονοτολογίας χωρίς θεωρητικό έρμα, όπως και εναντίον της ποικιλώνυμης ιδεολογικής εργαλειοποίησης του ιστορικού λόγου, δεν την σταμάτησε ποτέ.
            

 Ο Γιάννης Γιαννόπουλος πιστεύει ότι η ιστορική μάθηση είναι συλλογικό αγαθό: μας αφορά όλους. Η ιστορική παιδεία προκύπτει μεν από αποκλίνουσες βιωματικές εμπειρίες, αντικρουόμενα συμφέροντα, συγκρουσιακές νοηματοδοτήσεις και κοινωνική διαβούλευση, αλλά κύριος δίαυλος παραγωγής της ιστορικής κουλτούρας και της ιστορικής αυτογνωσίας, του γνωστικού, συναισθηματικού και ηθικού κεφαλαίου που αφορά το παρελθόν, οφείλει να είναι η ιστορική επιστήμη. Στο πνεύμα αυτό υπήρξε πρωτοπόρος της Διδακτικής της Ιστορίας στην Ελλάδα συμβάλλοντας καθοριστικά στη συγκρότηση του διεπιστημονικού της χαρακτήρα και υπερασπίζοντας την οργανική σύζευξή της με τη μητέρα-επιστήμη, την ιστορία, τη θεωρία και την επιστημολογία της, αλλά και με την ιστορία της ιστοριογραφίας της. Απέσπασε τη διδασκαλία και τη μάθηση της ιστορίας από τον μηχανιστικό παιδαγωγισμό, υπεράσπισε την επιστημονικοποίηση του αντικειμένου και την οργανική σύνδεση της ιστορικής εκπαίδευσης με τον ιστοριογραφικό κανόνα, αντιστρατεύτηκε την ιδεολογική κατήχηση και τον ιστορικό φρονηματισμό, υπερθεμάτισε για τη χρησιμότητα της συσχέτισης της σχολικής ιστορίας με τις κοινωνικές σπουδές, αποκρούοντας, εντούτοις, σθεναρά τόσο την ιδέα του εκατέρωθεν επιστημονικού ιμπεριαλισμού όσο και αυτή της αφομοίωσης σε διεπιστημονικά μάγματα. Ταυτόχρονα, όμως, δεν είχε την αφέλεια του ζηλωτή ώστε να παραγνωρίσει τη δομική σχέση που από την ίδια τη σύστασή του και τον κοινωνικοπολιτικό του ρόλο έχει το μάθημα της ιστορίας με τις ιδεολογικές λειτουργίες για τη συγκρότηση ταυτότητας και τη δημοκρατική κοινωνικοποίηση των μελλοντικών πολιτών. Ειδικότερα, συνέδεσε τη διδακτική μεθοδολογία με τον επιστημολογικό προβληματισμό της Σχολής των Annales και το ιδεώδες της ολικής-σφαιρικής και πολυδιάστατης προσέγγισης του παρελθόντος. 

Αντιπαρατάχθηκε με συνέπεια στο θετικιστικό-γεγονοτολογικό-εθνοκεντρικό-ηρωολατρικό παράδειγμα. Ασπάστηκε την ιδέα του Jerome Bruner αναφορικά με τη δυνατότητα διδασκαλίας του μαθήματος από τα πρώτα ήδη στάδια της σχολικής φοίτησης του παιδιού, αντίθετα με ό,τι πρέσβευε η σχολή του Jean Piaget, και πρόβαλε τα ζητήματα της συγκρότησης ιστορικής σκέψης και συνείδησης στο πλαίσιο μιας πολυεπίπεδης ιστορικής κουλτούρας. Περνώντας από τον θεωρητικό προβληματισμό στην εκπαιδευτική πράξη, ως φορέας μιας μορφής θεωρητικής πρακτικής που αναστοχαζόταν συνεχώς για τις προϋποθέσεις και τα όριά της, ο Γιάννης Γιαννόπουλος συνέδεσε το όνομά του για μακρό χρονικό διάστημα με θεσμούς συστηματικής επιστημονικής επιμόρφωσης των φιλολόγων στο μάθημα της ιστορίας (ΣΕΛΜΕ, ΠΕΚ Αθήνας και Δυτικής Αττικής), όπως επίσης με τη συγγραφή καινοτόμων σχολικών εγχειριδίων ιστορίας που όμως αποσύρθηκαν ακριβώς λόγω της καινοτομίας τους και της συμπόρευσής τους με τις διεθνείς προδιαγραφές (αναφέρομαι συγκεκριμένα στο βιβλίο της Γ’ Λυκείου Εισαγωγή στις ιστορικές σπουδές). Στο πεδίο της ιστορικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα εμβληματικό θεωρείται το βιβλίο του Δοκίμια Θεωρίας και Διδακτικής της Ιστορίας (1997).
             

Ο Γ. Γιαννόπουλος είναι, τέλος, γνωστός και για την συμμετοχή του στην οργάνωση των πρωτοποριακών για την εποχή τους εκπαιδευτικών προγραμμάτων της Βουλής των Ελλήνων από την θέση του επιστημονικού υπεύθυνου και του συντονιστή, που είχαν ως πεδίο αναφοράς τις επετειακές εκθέσεις και τις εκδόσεις της από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 έως τα μέσα της επόμενης δεκαετίας (1994-2006). Μάλιστα υπήρξε ο συγγραφέας του τόμου για την ιστορία της Δωδεκανήσου από τους προϊστορικούς χρόνους έως τις μέρες μας (Σύντομη Ιστορία της Δωδεκανήσου), που εκδόθηκε από την Βουλή των Ελλήνων το 1997 στο πλαίσιο του εορτασμού της επετείου των πενήντα χρόνων από την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στον κορμό του ελληνικού κράτους. Μελέτη που συμπληρώθηκε στη συνέχεια από το σημαντικότατο άρθρο του «Δωδεκάνησος, η γένεση ενός ονόματος και η αντιμετώπισή του από τους Ιταλούς», η οποία δημοσιεύτηκε στο έγκριτο ιστορικό περιοδικό Εώα και Εσπέρια, τ. 6 (2004-2006), 275-296, συμβάλλοντας αφενός στην αναθέρμανση του ενδιαφέροντος των ιστορικών για την ιστορία και τον πολιτισμό του δωδεκανησιακού συμπλέγματος (από κοινού με τους Παπαχριστοδούλου, Α. Τσοπανάκη, Ζ. Τσιρπανλή, Μ. Ευθυμίου, Κ. Μηνά, Π. Σαβοριανάκη, Κ. Τσαλαχούρη, Μ. Γεωργαλίδου και ευάριθμους άλλους δωδεκανήσιους λογίους) και αφετέρου στην ίδια την ιστορική αυτογνωσία της δωδεκανησιακής κοινωνίας. Παρεμφερείς λειτουργίες εξυπηρέτησαν και οι μονογραφίες του για την Επανάσταση του 1843, την επέτειο των εκατό χρόνων από τον θάνατο του Χαριλάου Τρικούπη και τη συμπλήρωση ογδόντα χρόνων από την ενσωμάτωση της Θράκης στην ελληνική επικράτεια.
             

Για τους προαναφερθέντες λόγους, δηλαδή για το καθαρά επιστημονικό του έργο, τόσο το πραγματολογικό όσο και το θεωρητικό-γνωσιολογικό, όπως επίσης ιδιαίτερα για την πρωτοποριακή συμβολή του στη συγκρότηση και επιστημονικοποίηση του πεδίου της Διδακτικής της Ιστορίας στην Ελλάδα και βεβαίως για τις έρευνές του αναφορικά με την τοπική ιστορία και ειδικότερα με τον δωδεκανησιακό Ελληνισμό, κρίνουμε ότι περιποιεί τιμή στον ίδιο, αλλά συγχρόνως και στο ακριτικό μας Πανεπιστήμιο και Τμήμα να αναγορευτεί ο Γιάννης Γιαννόπουλος επίτιμος διδάκτωρ του σε αναγνώριση της πλούσιας προσφοράς του στην ιστορική επιστήμη, την εκπαίδευση, την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και την ελληνική κοινωνία. Και μάλιστα σε μια περίοδο που οι ακμαίες βιολογικές και διανοητικές του δυνάμεις, ευτυχώς ευδιάκριτες ακόμα, η χαρά της ζωής, της δημιουργίας και της αναμέτρησης για την αλήθεια, είναι χρησιμότατες στην εκπαίδευση των φοιτητών μας και στην επαγγελματική συγκρότηση των εκπαιδευτικών της Ρόδου.
             

Συσχετισμοί δύναμης, πελατειακές σκοπιμότητες και ιδεοληψίες άλλης ιστορικής συγκυρίας δεν επέτρεψαν στον τιμώμενο να ενταχθεί οργανικά και να μακροημερεύσει στην ελληνική ακαδημαϊκή κοινότητα παρά τα υψηλά επιστημονικά του προσόντα, την ηθική του ακεραιότητα, το δημοκρατικό του ήθος, τη μετριοπάθεια, το επικοινωνιακό του χάρισμα, την ευγένεια, την καλλιέπεια και το πνευματώδες του χιούμορ, τον έρωτά του για την έρευνα και τη διδασκαλία, την αγάπη του για τη σκεπτόμενη νεολαία. Του δόθηκε όμως η μεγάλη χάρη, όπως θα έλεγε ο ποιητής, να εμπνεύσει γενεές μαθητών και εκπαιδευτικών, από τον κύκλο των οποίων αναδείχθηκαν αρκετοί που συνεχίζουν το έργο του για το καλό της ελληνικής παιδείας και ειδικότερα για τη διάπλαση νέων με κοσμοπολιτική ιστορική συνείδηση, δημοκρατική αρετή, κοινωνική και περιβαλλοντική ευαισθησία, αίσθημα δικαίου, πίστη στην σταθμισμένη καινοτομία και την κριτική σκέψη. Η ρίζα, το δέντρο και ο καρπός, ταυτόχρονα, των προσπαθειών του Γιάννη Γιαννόπουλου σε όλο του τον βίο δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ο μαχόμενος ανθρωπισμός κι ο οραματισμός μιας κοινωνίας ελεύθερων, ίσων, ενήμερων, υπεύθυνων και χαρούμενων πολιτών. Μια πεισματάρα ιστορική αισιοδοξία βρίσκεται στο κέντρο της βιοθεωρίας του, την οποία η ειρωνεία και ο κριτικός του αυτοσαρκασμός, όπλα δαιμονικά για κάθε εξουσία, την κάνουν να φαντάζει όχι ως κατάλοιπο ενός αργοπορημένου και ανιστορικού Διαφωτισμού, αλλά, απεναντίας, σαν οπλισμένη σοφία.
            

Γιάννη Γιαννόπουλε, φωτισμένε μας δάσκαλε και συνάδελφέ μας αγαπημένε, η προσφορά σου είναι πολύτιμη και η ευγνωμοσύνη μας στο πρόσωπό σου μεγάλη.  


Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Βιβλιοπαρουσίαση: "Ο θείος Αβραάμ μένει πάντα εδώ"


Οι εκδόσεις Πατάκη σας προσκαλούν την Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016 στην παρουσίαση του βιβλίου της Έλενας Χουζούρη Ο θείος Αβραάμ μένει πάντα εδώ. 

Η παρουσίαση θα γίνει στον Πολυχώρο της Μουσικής Βιβλιοθήκης του συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, ώρα 19:00 

Θα μιλήσουν:



  • Γιώργος Κόκκινος, καθηγητής Ιστορίας και Διδακτικής της Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
  • Παύλος Τζίμας, δημοσιογράφος.
  • Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, κριτικός λογοτεχνίας.



Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Νέα παρουσίαση: Γενοκτονίες: Η ταλάντευση ανάμεσα στην Θέμιδα και την Κλειώ


Γενοκτονίες: Η ταλάντευση ανάμεσα στην Θέμιδα και την Κλειώ και τα διακυβεύματα της συγκριτικής προσέγγισης

του Γιώργου Κόκκινου


Δείτε την παρουσίαση εδώ



Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

Μια ενδιαφέρουσα ταινία


Η ταινία της Σοφίας Αντωνακάκη με τίτλο: The cave of everything για τη σπηλιά-νοσοκομείο του 


Μουσείο Ανοιχτότητας Πειραματικό Εικαστικό Εργαστήριο στο λιμναίο τοπίο Πρεσπών Πρώην Δημοτικό σχολείο Ψαράδων Πρέσπα .

Με αφορμή την επίσκεψη και μελέτη στο ιστορικό μνημείο της σπηλιάς Κόκκαλη Βροντερού Πρεσπών δημιουργήθηκαν εικαστικά έργα καλλιτεχνών, στον καλλιτεχνικό σταθμό των Ψαράδων, τα οποία θα εκτεθούν στο εγκαταλειμμένο Δημοτικό Σχολείο των Ψαράδων Πρεσπών το Σάββατο 6-8-2016 και ώρα 19 00.Η μεταϊστορία θα φανερωθεί μέσα από τα έργα Ελλήνων και Άγγλων καλλιτεχνών και αποτελεί συνεργασία της Σχολής Καλών Τεχνών Φλώρινας του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, του 3ου και 5ου εργαστηρίου του Τμήματος Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Πανεπιστημίου Ανατολικού Λονδίνου και συγκεκριμένα της ομάδας Directional Forces Residency 2016, υπογραμμίζοντας έτσι το ιστορικό γίγνεσθαι ως την απόλυτη δυσμορφία της μνήμης μέσα στον ίδιο τον πολιτισμό της αφήγησης και της ανάμνησης.




Δείτε την εδώ

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

Adolfo Kaminsky: A forger's life


PARIS — It’s 1944, in occupied Paris. Four friends spend their days in a narrow room atop a Left Bank apartment building. The neighbors think they’re painters — a cover story to explain the chemical smell. In fact, the friends are members of a Jewish resistance cell. They’re operating a clandestine laboratory to make false passports for children and families about to be deported to concentration camps. The youngest member of the group, the lab’s technical director, is practically a child himself: Adolfo Kaminsky, age 18.

If you’re doubting whether you’ve done enough with your life, don’t compare yourself to Mr. Kaminsky. By his 19th birthday, he had helped save the lives of thousands of people by making false documents to get them into hiding or out of the country. He went on to forge papers for people in practically every major conflict of the mid-20th century.
Now 91, Mr. Kaminsky is a small man with a long white beard and tweed jacket, who shuffles around his neighborhood with a cane. He lives in a modest apartment for people with low incomes, not far from his former laboratory.

When I followed him around with a film crew one day, neighbors kept asking me who he was. I told them he was a hero of World War II, though his story goes on long after that. It remains painfully relevant today, when children are being bombed in Syria or boarding shabby boats to escape by sea.
Like most Westerners, I usually ignore their suffering, and assume that someone else will step in to help. But Mr. Kaminsky — a poor, hunted teenager — stepped in himself, during the war and then for many different causes afterward. Why did he do it?

It wasn’t for the glory. He worked in secret and only spoke about it years later. His daughter Sarah learned her father’s whole story only while writing a book about him, “Adolfo Kaminsky: A Forger’s Life.” The English translation comes out this week.

It wasn’t for the money, either. Mr. Kaminsky says he never accepted payment for forgeries, so that he could keep his motives clear and work only for causes he believed in. He was perpetually broke, and scraped together a living as a commercial photographer, he said. The wartime work put such a strain on his vision that he eventually went blind in one eye.

Though he was a skilled forger — creating passports from scratch and improvising a device to make them look older — there was little joy in it. “The smallest error and you send someone to prison or death,” he told me. “It’s a great responsibility. It’s heavy. It’s not at all a pleasure.” Years later he’s still haunted by the work, explaining: “I think mostly of the people that I couldn’t save.”
Mr. Kaminsky empathized with refugees partly because he was one himself. He was born in Argentina to Russian Jews who’d first fled Russia to Paris, and then been kicked out of France. When Adolfo was 7, the family, by then with Argentine passports, was allowed to rejoin relatives in France. “It was then that I realized the significance of the word ‘papers,’ ” he explained.

After dropping out of school at 13 to help support his family, he was apprenticed to a clothes dyer, a precursor to the modern dry cleaner. He spent hours figuring out how to remove stains, then read chemistry textbooks and did experiments at home. “My boss was a chemical engineer, and would answer all of my questions,” he said. On weekends he helped a chemist at a local dairy, in exchange for butter.

In the summer of 1943, he and his family were arrested and sent to Drancy, the internment camp for Jews near Paris that was the last stop before the death camps. This time, their passports saved them. Argentina’s government protested the family’s detention, so they stayed at Drancy for three months, while thousands of others were swiftly sent on to die.

Mr. Kaminsky remembered a math professor who had agreed to tutor him in the camp. “One day, when it was time for our classes, he wasn’t there. He hadn’t wanted to tell me beforehand that his name was on the list.”

The Kaminskys were eventually freed, but they weren’t safe in Paris, where Jews were under constant threat of arrest. Soon Argentines were being deported, too.
To survive they would have to go underground. Adolfo’s father arranged to get false papers from a Jewish resistance group, and sent Adolfo to pick them up. When the agent told Adolfo that they were struggling to erase a certain blue ink from the documents, he advised using lactic acid, a trick he’d learned at the dairy. It worked, and he was invited to join the resistance.
Mr. Kaminsky’s cell was one of many. His would get tips on who was about to be arrested, then warn the families, assembling new papers for them on the spot.

The group focused on the most urgent cases: children who were about to be sent to Drancy. They placed the kids in rural homes or convents, or smuggled them into Switzerland or Spain. In one scene from the book, Mr. Kaminsky stays awake for two nights straight to fill an enormous rush order. “It’s a simple calculation: In one hour I can make 30 blank documents; if I sleep for an hour, 30 people will die.”

Historians estimate that France’s Jewish resistance networks together saved 7,000 to 10,000 children. Some 11,400 children were deported and killed.
Photo
https://static01.nyt.com/images/2016/10/02/opinion/sunday/02druckerman/02druckerman-master180-v2.jpg
Adolfo Kaminsky in a darkroom in 2014. As a teenager in World War II, he forged passports for French Jews. Credit Raphael Zubler

After the war, Mr. Kaminsky didn’t plan to keep working as a forger. But through his wartime networks, other movements got in touch. He continued forging papers for 30 more years, playing a small role in conflicts ranging from the Algerian war of independence to the anti-apartheid struggle in South Africa to the Vietnam War, making documents for American draft dodgers. He estimates that in 1967 alone, he supplied forged papers to people in 15 countries.

I can’t vouch for every cause. Some of the rebel groups he supported used violence. And at close range, his stubborn idealism was no doubt maddening. He had two kids soon after World War II, but couldn’t tell them or his ex-wife about his underground work, so they didn’t know why he rarely visited. Girlfriends assumed he was absent because he’d been cheating. He was supposed to follow one woman to America, but never showed up, because he’d joined the Algerian resistance.
“I saved lives because I can’t deal with unnecessary deaths — I just can’t,” he told me. “All humans are equal, whatever their origins, their beliefs, their skin color,” he later added. “There are no superiors, no inferiors. That is not acceptable for me.”

In 1971, convinced that too many different groups knew his identity, and that he’d soon be caught and imprisoned, Mr. Kaminsky quit forging for good, and mostly made a living teaching photography. On a visit to Algiers he met a young law student, of Tuareg ancestry, who was the daughter of a liberal Algerian imam. They’re still married, and have three children.
The last time I saw Mr. Kaminsky, he showed me a photograph he took just after the liberation of Paris. It shows about 30 children who’d come out of hiding, and were hoping to be reunited with their parents.

He knows there are children in similar peril today, and that having the wrong passport can still cost your life. “I did all I could when I could. Now, I can’t do anything,” he said. Surely, though, the rest of us can.

Pamela Druckerman is the author of “Bringing Up Bébé: One American Mother Discovers the Wisdom of French Parenting” and a contributing opinion writer.


Δείτε μέρος της συνέντευξής του